ἰθέα


ἰθέα
εὐθύς 1
straight
neut nom/voc/acc pl (epic ionic)
ἰθέᾱ , εὐθύς 1
straight
fem nom/voc/acc dual (epic ionic)
εὐθύς 1
straight
fem nom/voc sg (epic ionic)
ἰθύς 1
straight
neut nom/voc/acc pl (epic ionic)
ἰθέᾱ , ἰθύς 1
straight
fem nom/voc/acc dual (epic ionic)
ἰθύς 1
straight
fem nom/voc sg (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἰθέας — ἰθέᾱς , εὐθύς 1 straight fem acc pl (epic ionic) εὐθύς 1 straight masc acc pl (epic ionic) ἰθέᾱς , ἰθύς 1 straight fem acc pl (epic ionic) ἰθύς 1 straight masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιθύς — (I) ἰθύς, εῑα, ύ, θηλ. και ιθέα (ΑΜ) 1. ευθύς, ίσιος 2. δίκαιος, σωστός, ειλικρινής μσν. φρ. «ἐς τὸ ἰθύ» επί τού θέματος αρχ. 1. (το αρσ. και το ουδ. ως επίρρ.) ἰθύς και ἰθύ α) τοπ. κατευθείαν εναντίον κάποιου β) χρον. αμέσως, ευθύς, παρευθύς 2.… …   Dictionary of Greek